• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: played out, play out

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
played out,
played-out
adj
figurative (tired)κουρασμένος επίθ
  εξουθενωμένος, εξαντλημένος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
played out,
played-out
adj
figurative (no longer fresh) (μεταφορικά: λόγω επανάληψης)που έχει παλιώσει περίφρ
 (χρησιμοποιηθεί, ειπωθεί, αναφερθεί κλπ)που έχει ... πολλές φορές περίφρ
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
play [sth] out vtr phrasal sep(enact)παίζω ρ μ
 The director made the actors play the scene out again with a slightly different emphasis.
play out vi phrasal(proceed to the end)εξελίσσομαι ρ αμ
  εκτυλίσσομαι ρ αμ
 (στο τέλος)καταλήγω ρ αμ
 Nobody knows how this little drama will play out.
 Κανείς δεν ξέρει πως θα εξελιχθεί αυτό το μικρό δράμα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση played out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «played out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!